Διηγήσεις από τα Χρονικά της Χαλκιδικής: Η Γίδα της Χήρας


Η Ναστασιά η Γκαβή, έτσι την έλεγαν γιατί είχε χαλασμένο το ένα μάτι της, χρόνια ήταν χηρευάμεν’ με δυό μικρά παιδιά.

Ο σχωρεμένος την άφσε κάτι χωραφάκια, ένα βοδ’ ένα ζαλίμ’ και καμμιά δεκαριά και μ’ αυτά τα κουτσοβόλευε η καημέν’ η χήρα, στο χωριό εκείνο, στα Ζερβά.

Τα χωράφια τα δούλευε μοναχή της, γιατί έδινε το βοδ’ στο γείτονα τον Μαυρουδή, που είχε κι’ αυτός άλλο ένα και ώργωνε τα δικά του και ύστερα της χήρας και τάσπερνε κιόλας, γιατί κρατούσε το βοδ’ δυό μέρες παραπάν, για τα δικά του χωράφια.

Ο γυιός της, που ήταν καμμιά δεκαριά χρονών, με άλλα παιδιά μεγαλύτερα, πήγαινε και κουβαλούσε ξύλα με το ζαλίμ’ και τα πωλούσε σε κάτι τζιομπατζήδες κ’ έτσι βοηθούσε κι’ αυτός στο σπίτι.

Τα γίδια τα έβαλε στο τρανό το κοπάδ’ του Παπαγιάννη και πλήρωνε κάθε χρόνο τα δοσίματα, αφού πωλούσε πρώτα τ’ αρσενικά κατσίκια, γιατί τ’ άλλα τα θηλυκά τα κρατούσε για νταμουζλικ’.

Η μια όμως η γίδα ήταν στέρφα και δεν γεννούσε και λογάριαζε να νταβραντισ’ λιγάκ’ και να την πωλήσ’ να πιάσ’ καλνοί παράδες.

Ο Παπαγιάννης, μοναδικός παπάς του χωριού, ήταν καλός νοικοκύρης, αλλά από τα νιάτα του, είχε κάτι κουσούρια και γι΄αυτά, όταν θέλησε να γίνει παπάς, ο Δεσπότης, που είχε μάθει ωρισμένα πράγματα γι’ αυτόν, δεν ήθελε να τον χειροτονήση και πέρασε πολύς καιρός , ως που να τα καταφέρη. Οι πιο πολλοί απ’ το χωριό δεν τον ήθελαν, γι’ αυτό, όταν τον χειροτόνησε, λίγοι φώναξαν «άξιος» όπως γινόταν στην χειροτονία.

Μια χρονιά, τη μέρα τ’ Αγιαννιού, που γιόρταζε ο Παπάς, μετά τη λειτουργία, όλο σχεδόν το χωριό, έκανε βίζιτα στου παπά το σπίτι και μαζί και η χήρα Ναστασιά, πήγε κι’ αυτή να τον ευχηθή που τον είχε και προστάτη. Και όπως συνήθιζε κάθε χρόνο τέτοια μέρα ο παπάς και τότε, είχε σφάξει μια γίδα στέρφα, αγένντ’ και καλοθρεμμέν’ και την έψησαν στη σούβλα τα παιδιά στην άκρη της αυλής. Μοσχομύρισε όλη η γειτονιά.

Και το μεσημέρι στρώθηκε ο μεγάλος σουφράς, και όλη η οικογένεια τόριξε στο φαγοπότι.

Πέρασαν λίγες μέρες και η Ναστασιά ζήτησε να πωλήσ’ τη στέρφα γίδα της και πήγε στο κοπάδ’ του Παπαγιάννη να την πάρη.

Αλλά κόντεψε να της έρθη νταμλάς, σαν άκουσε από τον τσιομπάνο ότι η γίδα της χάθηκε και δεν ήξεραν τι έγινε. Την έφαγε κανένα «ζλάπ’» ή την έκλεψαν και δεν πήραν χαμπάρι.

Σεκλετίστηκε πολύ η  έρμ’ η χήρα και όλο το χωριό, που έμαθε, τη λυπήθηκε. Οι γείτονες τη συμβούλεψαν να πάη στον Παπαγιάννη και να καν’ έναν «Αφουρισμό» και τότε θα φανή ο κέ3φτης. Μα κι’ αν δεν φανερωθή, θα είναι για πάντα «αφουρισμένος» κι θα κρεμιτι  η γίδα απ’ του λαιμότ’».

Ο Παπαγιάννης, προσπάθησε να την πείση πως αυτό ήταν μεγάλο κακό για τον κλεφτ’ αλλά εκείν’ επέμενε και στο τέλος δέχτηκε να καν’ τον αφορισμό.

Και τ’ απόγευμα στον εσπερινό αποφασίστηκε να γίνη.

Μαζεύτηκαν και μερικές γυναίκες και ο παπάς έβανε το πετραχήλ’ τ’ και άρχισε:

«’Οποιος έφαγε τη γίδα της Ναστασιάς, να μη βγαλ’ τα μαύρα από πάνουτ’ σ’ όλ’ τη ζωήτ’ , μπαρμπέρ να μη δγή το πρόσωπουτ’ και ούλνοι τσ’ πεθαμεν’ τ’ χωριού, αυτός να τσ’ κβανάη ως που ζάει κί…».

Δεν πρόφτασε όμως να συνεχίσ’ και τον σταμάτησε η Ναστασιά: «Φταν’, φταν’, παπαμ’, δεν νταγιαντώ σε τέτοιον τρανό αφορισμό, χαλάλιτ’ που τν’ έφαγε. Η Θεός να τουν κριν».

Όλο το χωριό έμαθε τον αφορισμό του Παπαγιάννη, μα ο Δάσκαλος του χωριού, ο κύρ’ Απόστολος με το μουχτάρη τον κύρ’  Αναγνώστ’ γέλασαν και είπαν:

«Αμ’ με τέτοιον αφορισμό, πολλές γίδες θα φάη ακόμα ο…Παπάς».

Σταύρου Παπασταύρου, Διηγήσεις, Χρονικά της Χαλκιδικής, Θεσσαλονίκη 1961, Τεύχος 1

*Επιμέλεια Ελένη Πασχαλάκη


Ετικέτες