Αφιέρωμα Μαρία Πολυδούρη: Η μποέμ ζωή μιας «καταραμένης» ποιήτριας


Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.

Η Μαρία Πολυδούρη είναι η Ελληνίδα ρομαντική ποιήτρια του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε 1 Απριλίου το 1902. 

Ήταν κόρη του φιλολόγου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές αντιλήψεις. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, ενώ είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών, αλλά και στο Αρσάκειο της Αθήνας για δύο χρόνια.

Έγινε περισσότερο γνωστή για την ερωτική της σχέση με τον Κωνσταντίνο Καρυωτάκη και λιγότερο για την ποίησή της.

Παρόλο που από τα γεγονότα που συνέβησαν στη ζωή της θα πίστευε κανείς ότι επρόκειτο περί ενός μελαγχολικού ατόμου, αντιθέτως ήταν ένα άτομο με φλόγα και ορμή σε όλη της τη ζωή.

Καπνίζει, γράφει ποίηση, διασκεδάζει, ξενυχτάει, πιστεύει στην ισότητα των φύλων.


Στα δεκαέξι της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920, σε διάστημα σαράντα ημερών, έχασε και τους δύο γονείς της.

Το 1922 γράφεται στη Νομική και μετατίθεται από την Νομαρχία Μεσσηνίας στην Νομαρχία Αττικής. Εκεί θα γνωρίσει τον συνάδελφο της και έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδας του μεσοπολέμου, τον Κώστα Καρυωτάκη. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών, ενώ ο Καρυωτάκης 26. 

Ο έρωτας που αναπτύσσεται μεταξύ τους από τον Ιανουάριο του 1922 που πρωτοσυναντιόνται είναι σφοδρός και το πάθος της για εκείνον καθηλωτικό. Η σχέση τους είναι θέμα συζήτησης στα σαλόνια. 

Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν, λέγοντας της ότι δεν μπορεί να την παντρευτεί.


Εκείνη αντιδρά, λέγοντάς του ότι δεν μπορεί να σκεφτεί την ζωή της χωρίς εκείνον και του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά. Ο Καρυωτάκης αρνείται και η Πολυδούρη καταρρέει. 

Βασανίζεται από τον ανολοκλήρωτο έρωτα της, απολύεται από τη δουλειά της και ξεκινάει να ασχολείται με το θέατρο. Το 1924 γνωρίζει τον Αριστοτέλη Γεωργίου, έναν νέο, όμορφο και πλούσιο δικηγόρο εκ Παρισίων με τον οποίο και αρραβωνιάζεται το 1925. 

Το 1926 διαλύει τον αρραβώνα της με τον Γεωργίου και φεύγει για το Παρίσι, όπου και παρακολουθεί μαθήματα υψηλής ραπτικής στην σχολή Εκόλ Πιζιέ. Η Μαρία αγαπούσε πάντα τον Καρυωτάκη.


Επιστρέφει το 1928 με φυματίωση και χωρίς χρήματα. Εισάγεται στη Σωτηρία όπου την επισκέπτεται ο Καρυωτάκης, πριν ξεκινήσει για την Πρέβεζα. Ο Καρυωτάκης αυτοκτονεί τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς. Η αυτοκτονία του την απελπίζει.

Στη Σωτηρία τον πρώτο καιρό επιχειρεί να συνεχίσει τη ζωή της και γράφει ασταμάτητα. Ενώ βρίσκεται σε τραγική κατάσταση εκδίδονται οι ποιητικές της συλλογές «Οι τρίλιες που σβήνουν» και η «Ηχώ στο χάος». Οι νέοι ποιητές της εποχής, την έχουν αποθεώσει. Γίνεται ένα κοσμικό προσκύνημα στο δωμάτιο της. 


Η φυματίωση όμως τελικά την κατέβαλε και τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 άφησε την τελευταία της πνοή με ενέσεις μορφίνης που της πέρασε ένας φίλος της στην Κλινική Χριστομάνου.

Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του '20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της.

Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει Έλληνες συνθέτες «κλασικοί», «έντεχνοι» και «ροκ». Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Μενέλαο Παλλάντιο, Κωστή Κριτσωτάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Μιχάλη Κουμπιό, Στέλιο Μποτωνάκη και το συγκρότημα «Πληνθέτες».

Ετικέτες