Αφιέρωμα: Οδυσσέας Ελύτης, ο ποιητής του Αιγαίου


Ο Οδυσσέας Ελύτης, Οδυσσέας Αλεπουδέλης όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές μας και ένα από τα επίλεκτα μέλη της λεγόμενης «γενιάς του τριάντα» στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Στην περίοδο των μαθητικών του χρόνων συνεργάζεται με το περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων», έρχεται σε επαφή με την ποίηση του Καβάφη και του Καρυωτάκη. Ανακαλύπτει τον σουρεαλισμό και διαβάζει Λόρκα και Ελιάρ και γράφει τα πρώτα του ποιήματα.

Το 1933 γίνεται μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου και συμμετέχει σε εκδηλώσεις και συζητήσεις με τους Ιωάννη Συκουτρή, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Το 1935 θα γνωρίσει τον ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, όπως και τη λαϊκή ζωγραφική του Θεόφιλου. Τον ίδιο χρόνο, ο φίλος και ομότεχνός του Γιώργος Σαραντάρης τον φέρνει σε επαφή με τη λογοτεχνική συντροφιά, που εξέδιδε το πρωτοποριακό περιοδικό «Νέα Γράμματα». Την αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, οι Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης. Στα «Νέα Γράμματα» θα δημοσιευτεί το πρώτο του δόκιμο ποίημα με τίτλο «Του Αιγαίου», με την υπογραφή: Ελύτης.

Γνωρίζεται με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο και συνδέονται με μια μακρόχρονη και στενή φιλία, τους ζωγράφους Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και Γιάννη Μόραλη και τον ποιητή Νίκο Καρύδη δημιουργός του εκδοτικού οίκου Ίκαρος.

Το 1940 ο Σάμουελ Μπο-Μποβί μεταφράζει τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη στα γαλλικά. Το 1943 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή «Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», μια αλληγορική αντίσταση μέσα στην Κατοχή.

Το 1945 συνεργάζεται στο υπερρεαλιστικό περιοδικό «Τετράδιο», δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων του Λόρκα κι ένα δικό του έργο, την ελεγεία «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». 

Το 1948 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου γνωρίζεται με την πρωτοπορία της γαλλικής διανόησης (Μπρετόν, Ελιάρ, Τζαρά, Καμί) και έρχεται σε επαφή με εικαστικούς καλλιτέχνες, όπως οι Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ και Τζιακομέτι.

Το 1959 κυκλοφορεί το «Άξιον Εστί», μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο του αυτό θα γνωρίσει πλατιά αναγνώριση όταν θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964. Το 1977 αρνείται την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.

Στις 18 Οκτωβρίου 1979 η Σουηδική Ακαδημία ανακοινώνει ότι θα του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, που με βάθρο την ελληνική παράδοση περιγράφει με αισθητική δύναμη και υψηλή πνευματική διακριτικότητα, τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία». 

Τα επόμενα χρόνια ο Ελύτης, θα εκδώσει σημαντικά έργα στην ποίηση, το δοκίμιο και τη μετάφραση. Οι διακρίσεις και οι τιμές για το έργο του, εντός και εκτός της Ελλάδας, θα συνεχιστούν και θα ενταθούν. 

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου 1996, σε ηλικία 85 ετών, θα φύγει από τη ζωή.

Στην απονομή του βραβείου Νόμπελ ο Ελύτης είπε μεταξύ άλλων:

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά - σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ' αντικείμενα σ' όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το "θείο"»

»Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να επαινεί το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στον βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρόλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στη υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. - χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρισμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».

*Επιμέλεια Ελένη Πασχαλάκη


Ετικέτες