Αφιέρωμα: Ελένη Μπούκουρα, η γυναίκα που ντύθηκε άντρας για να σπουδάσει ζωγραφική


Η Ελένη Μπούκουρα γεννήθηκε στης Σπέτσες τη χρονιά που ξεκίνησε η επανάσταση, το 1821. 

Ο πατέρας της, ο θαλασσομάχος Ιωάννης Μπούκουρας, ο οποίος έδωσε τα πλοία του για την Επανάσταση του 1821, αλλά διέθετε ιδιαίτερες ευαισθησίες. Γρήγορα αντιλήφθηκε το ξεχωριστό ταλέντο της κόρης του. Μετά το τέλος της επανάστασης, η οικογένεια Μπούκουρα μετακόμισε στην Αθήνα, όπου μπορούσε να παρέχει τα απαραίτητα εφόδια στα παιδιά της για να εξελιχθούν. 

Μάλιστα ο Ιωάννης Μπούκουρας δημιούργησε το πρώτο θέατρο στην Αθήνα, που πήρε το όνομα του. Πλέον αυτό το κτίριο δεν υπάρχει, αλλά προς τιμήν του έχει ονομαστεί η πλατεία Θεάτρου κάτω από τη Βαρβάκειο αγορά.

Ο Καποδίστριας του έδωσε τον τίτλο του πλοιάρχου και ένα αμύθητο ποσό προκειμένου να ξαναποκτήσει ό,τι προσέφερε για την Επανάσταση του ‘21. Εκείνος αρνήθηκε, όπως έκανε και στην παρόμοια πρόταση του Όθωνα.

Ως παιδί η Ελένη έδειξε νωρίς την κλίση της στις τέχνες και περισσότερο στη ζωγραφική, μάλιστα ζωγράφιζε τις φίλες της που της πόζαραν στην αυλή του παρθεναγωγείου. Βλέποντας την ανάγκη της να εκφραστεί, ο πατέρας της κάλεσε στο σπίτι τον καθηγητή του Σχολείου των Τεχνών, Ραφαέλο Τσέκκολι για να της παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα.   

Νεαρή πια η Ελένη και με τις ευλογίες του πατέρα αλλά και του δασκάλου της, αποφάσισε να πάει για σπουδές στην Ιταλία. Υπήρχε όμως εκείνη την εποχή, ένα απροσπέλαστο εμπόδιο για τις γυναίκες. Απαγορευόταν η φοίτησή τους στις Ακαδημίες Τέχνης, λόγω του γυμνού σώματος των μοντέλων που πόζαραν για τους φοιτητές. Αποφασισμένη να γίνει ζωγράφος με κάθε τίμημα, σκέφτηκε μια απίστευτη, όσο και επικίνδυνη ιδέα. Να μεταμφιεστεί σε άνδρα. 


Η ιδέα της θα δουλέψει και η Ελένη ως Χρυσίνης Μπούκουρης, θα παρακολουθήσει για τέσσερα χρόνια μαθήματα ζωγραφικής στην Νάπολη και τη Ρώμη. Εκεί, γνώρισε και ερωτεύθηκε τον Ιταλό ζωγράφο και καθηγητή της, Φρανσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά εκτός γάμου. Τον Ιωάννη, τη Σοφία και τον Αλέξανδρο. Η αγάπη και η αφοσίωσή της στον Αλταμούρα, την οδήγησαν να ασπαστεί τον καθολικισμό και να παντρευτεί τελικά τον αγαπημένο της το 1857.

«Αυτή η θλιμμένη γυναίκα διάβαζε και απήγγειλε αρχαίους ποιητές όπως εμείς διαβάζουμε εφημερίδα» έγραφε ο Σαβέριο Αλταμούρα για την Ελένη.

Ύστερα από έξι χρόνια κοινής ζωής, εκείνος την εγκατέλειψε για τη ζωγράφο Τζέιν Χέι, κρατώντας τον Αλέξανδρο, έξι μηνών. Η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος μετά την Επανάσταση, μαζί με τα άλλα παιδιά της, επέστρεψε στην Αθήνα, στο σπίτι των γονιών της, στην οδό Γέροντα στην Πλάκα. Η ίδια έδωσε τα πρώτα μαθήματα στον γιο της.  

Ήταν πλέον μια αναγνωρισμένη ζωγράφος και με τις σπουδές της είχε καταφέρει να ενταχθεί γρήγορα στους κόλπους των επιφανών Αθηναίων. Μάλιστα, το 1859 και το 1870 εξελέγη, μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, μέλος της επιτροπής των Ολυμπίων και μαζί με τους Αλέξανδρο Ραγκαβή, Γεώργιο Μαργαρίτη, Ερνέστο Τσίλλερ και Γεράσιμο Μαυρογιάννη, μέλη της εξεταστικής επιτροπής του Καλλιτεχνικού Τμήματος του Πολυτεχνείου. Από το 1863 άρχισε να παραδίδει μαθήματα με πλούσιες Αθηναίες και φοιτήτριες του Αρσακείου. Ανάμεσά τους θα βρισκόταν και η νεαρή τότε Βασίλισσα Όλγα. 

Όμως, το 1872 η κόρη της αρρώστησε από φυματίωση και για λόγους υγείας οι δύο γυναίκες μετακόμισαν στις Σπέτσες. Τελικά, η Σοφία δεν απέφυγε το μοιραίο και πέθανε στα τέλη του 1872, σε ηλικία μόλις 18 ετών.

Το 1876 ο γιος της και ανερχόμενος ζωγράφος Ιωάννης Αλταμούρας ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Κοπεγχάγη και επέστρεψε στην Αθήνα, γεμίζοντας με χαρά τη χαροκαμένη μάνα. Όμως, η χαρά της δεν κράτησε πολύ. Ο Ιωάννης, που διακρίθηκε για τις θαλασσογραφίες του, προσβλήθηκε και αυτός από φυματίωση και πέθανε τον Μάιο του 1878, σε ηλικία μόλις 26 ετών.

Η απώλεια των παιδιών της προκάλεσε νευρικό κλονισμό στην Ελένη και την οδήγησε στην τρέλα. Σε ηλικία 60 ετών επέστρεψε στις Σπέτσες, όπου έκαψε σχεδόν όλα τα ζωγραφικά της έργα. Πέθανε σχεδόν άγνωστη στις 19 Μαρτίου 1900.

Η τραγική ζωή της Ελένης Μπούκουρα - Αλταμούρα έγινε το θέμα ενός μυθιστορήματος (Ρέα Γαλανάκη:«Ελένη ή ο κανένας», εκδ. Άγρα, 1998) κι ενός θεατρικού έργου (Κώστας Ασημακόπουλος «Ελένη Αλταμούρα», εκδ Δωδώνη, 2005).


*Επιμέλεια Ελένη Πασχαλάκη


Ετικέτες